Ανάδειξη αρχαιολογικών ευρημάτων

Κατά τη διάρκεια των έργων που υλοποιήθηκαν και τις εκσκαφές που πραγματοποιήθηκαν, αποκαλύφθηκε μεγάλος αριθμός αρχαιολογικών ευρημάτων για τα οποία υπήρξε η σχετική μέριμνα, οπότε και μελετήθηκαν, αξιολογήθηκαν και αναδείχθηκαν από τους αρμόδιους επιστήμονες.

Συγκεκριμένα αποκαλύφθηκαν αρχαιολογικά ευρήματα στις θέσεις «Τσερλί» και «Παλαιόσκαλα» στο συλλεκτήρα Σ3 καθώς και στη θέση «Τσιγγενίνα» στο συλλεκτήρα Σ6.

Στη θέση Τσερλί αποκαλύφθηκε ένα οικοδόμημα των ελληνιστικών χρόνων που περιλαμβάνει είκοσι έξι (26) χώρους : μία μεγάλη κεντρική ορθογώνια σε κάτοψη αυλή, κατά μήκος της νότιας και της ανατολικής πλευράς της οποίας εντοπίστηκαν δύο μεγάλα επιμήκη σε κάτοψη δωμάτια, στα οποία βρέθηκε ιδιαίτερα μεγάλος αριθμός οστράκων ανάγλυφων σκύφων. Κατά μήκος της δυτικής πλευράς του αιθρίου του Κτιρίου αποκαλύφθηκε διπλή σειρά δωματίων, ενώ μονή σειρά δωματίων κατά μήκος της βόρειας πλευράς του. Στη ΒA πλευρά του Κτιρίου αποκαλύφθηκαν τρεις χώροι – προσκτίσματα και ένας ακόμη χώρος με πλακόστρωτο δάπεδο στο μέσον της δυτικής πλευράς του. Στα κινητά ευρήματα της ανασκαφής περιλαμβάνονται 500 περίπου όστρακα ανάγλυφων σκύφων (με φυτική διακόσμηση και αφηγηματικές παραστάσεις από τον Τρωικό Κύκλο και τους άθλους του Ηρακλή), όστρακα άβαφων και μελαμβαφών αγγείων αγγείων του 2ου αι. π.Χ., δύο πίθοι in situ, δύο λίθινα πιεστήρια και χάλκινα νομίσματα. Στο Κτίριο διαπιστώθηκαν και μετασκευές σε μία β΄ φάση χρήσης του, στον ύστερο 2ο αι. π. Χ. Το Κτίριο βρίσκεται στις παρυφές ενός μικρού οικισμού των ελληνιστικών χρόνων και πρόκειται πιθανόν για μια αγροικία.

Ο Προϊστορικός οικισμός στη Θέση Παλαιόσκαλα βρίσκεται  στην ανατολική Θεσσαλική πεδιάδα, στους πρόποδες του ΄Ορους Μαυροβούνι  και στην ανατολική όχθη της λίμνης Κάρλας (αρχαίας Βοιβηίδας)  που αποξηράνθηκε το 1961-1962. Ο οικισμός ανασκάφηκε τα έτη 2001-2002 ενόψει της κατασκευής του Συλλεκτήρα Σ3. Ο οικισμός έχει τη μορφή μαγούλας και περιβάλλεται από λιθόκτιστους κυκλοτερείς περιβόλους , οι περισσότεροι από τους οποίους ήταν αναλημματικοί.  Εσωτερικά από τους εξωτερικούς αναλημματικούς περιβόλους ανασκάφηκε κυκλοτερής λίθινος περίβολος πλάτους 1.5-2μ. Το κεντρικό τμήμα του οικισμού περιβάλλεται ξεχωριστά από δύο αναλημματικούς περιβόλους, στο εσωτερικό των οποίων υπάρχει μεγάλο λιθόκτιστο ορθογώνιο κτίσμα «Κεντρικό  Οίκημα», το οποίο είχε υποστεί σημαντικές μετατροπές κατά περιόδους  και η κάτοψή του δεν είναι ακόμη σαφής. Προς Ν. του οικήματος ανασκάφηκαν μικρά τετράπλευρα κτίσματα, ενώ μερικές οικίες ήταν ευρύχωρες και παρουσίαζαν επιμέρους οικοδομικές φάσεις. Επάνω στο «Κεντρικό Οίκημα» κτίστηκε κατά την ΄Υστερη Αρχαιότητα ένα άλλο μεγάλο ορθογώνιο κτίσμα με διαφορετικό προσανατολισμό. Ο οικισμός της Παλιόσκαλας παρουσιάζει  πολλές περιόδους κατοίκησης και πυκνή οικιστική δραστηριότητα. Με τα  διαθέσιμα μέχρι σήμερα δεδομένα φαίνεται ότι κατοικείται στη Νεότερη, Τελική νεολιθική και Πρώιμη Εποχή του Χαλκού.

Ο οικισμός της Μέσης Εποχής του Χαλκού στη θέση «Τσιγγενίνα» βρίσκεται 3χλμ. ΝΑ του σύγχρονου χωριού των Καναλίων, στο πλαίσιο των εργασιών για την κατασκευή του Συλλεκτήρα Σ6. Συγκεκριμένα, στην ανασκαφή αποκαλύφτηκαν και ερευνήθηκαν επτά κτίρια που χρονολογήθηκαν στη Μέση Εποχή του Χαλκού, δηλαδή στο πρώτο μισό της 2ης χιλιετίας π.Χ. Τα περισσότερα κτίρια ήταν ορθογώνια, προσανατολισμένα κατά τον άξονα Α-Δ, κατασκευασμένα με λίθινα θεμέλια και πλίνθινη ανωδομή και αποτελούσαν αυτόνομες οικιστικές μονάδες. Ένα ιδιαίτερο αρχιτεκτονικό μοντέλο, διαφορετικό από το συνηθισμένο τύπο του οικισμού, αποτελεί το οικιστικό σύνολο Ζ-Θ, το οποίο χρονολογήθηκε στη μετάβαση από τη Μέση στην Ύστερη Εποχή του Χαλκού. Είναι το μεγαλύτερο που έχει αποκαλυφθεί στον οικισμό, με συνολική επιφάνεια κάλυψης περίπου 280τ.μ. και διαθέτει σύνθετη αρχιτεκτονική μορφή, καθώς ουσιαστικά προήλθε από τη συνένωση δύο αρχικά ανεξάρτητων, μεγαροειδών κτιρίων, ενός αψιδωτού και ενός ορθογώνιου και τη μεταγενέστερη προσθήκη ενός ορθογώνιου περιβόλου δημιούργησαν ένα εντυπωσιακό κτιριακό σύνολο. Το ορθογώνιο κτίριο ήταν τρίχωρο και αποτελούσε το βασικό χώρο διαμονής. Η είσοδος βρίσκεται στη στενή δυτική πλευρά, όπου διαμορφώνεται ένας μικρός προθάλαμος. Το κεντρικό δωμάτιο είναι το μεγαλύτερο και σ’ αυτό βρέθηκε ο μη φορητός εξοπλισμός, που εξυπηρετούσε ποικίλες δραστηριότητες, όπως η εστία, τα θρανία, λίθινες και πήλινες κατασκευές, καθώς και το μεγαλύτερο μέρος της οικοσκευής. Το ανατολικό δωμάτιο είναι μικρότερο και λειτουργούσε είτε ως αποθήκη του κτιρίου, όπως υποδηλώνουν τα μεγάλα πιθάρια και τα άλλα αποθηκευτικά αγγεία, είτε ως “μαγειρείο”, καθώς σε κάποιες περιπτώσεις εντοπίστηκαν εστίες φωτιάς και σκεύη τροφοπαρασκευής. Με βάση τα ευρήματα, παρόμοιες δραστηριότητες εξυπηρετούσαν τόσο το αψιδωτό κτίριο στα βόρεια όσο και ο ορθογώνιος περίβολος στα δυτικά. Στην οικοσκευή, δηλαδή τον κινητό εξοπλισμό που βρέθηκε στο αρχικό στρώμα εγκατάλειψης των κτιρίων, συμπεριλαμβάνονται 30 ακέραια αγγεία και άλλα 100 τμήματα που ταυτίζονται με συγκεκριμένα αγγεία και 5000 περίπου όστρακα, είτε από λεπτότεχνα επιτραπέζια σκεύη πόσης και βρώσης είτε από πιο χονδροειδή σκεύη που εξυπηρετούσαν αποθηκευτικές ή τροφοπαρασκευαστικές εργασίες. Τέλος, στα μικρά ευρήματα διακρίνονται κυρίως λίθινα εργαλεία, όπως σφυριά, κρουστήρες, δρεπάνια και τριπτήρες, καθώς και υφαντουργικά σύνεργα, όπως λίθινοι και πήλινοι δίσκοι, πηνία και σφονδύλια.